Ο Ανδρέας Αλυσανδράτος μιλάει για την πορεία του ’96

You are currently viewing Ο Ανδρέας Αλυσανδράτος μιλάει για την πορεία του ’96

Ο Ανδρέας Αλυσανδράτος, γιος του επί σειρά ετών ρεπόρτερ του Παναθηναϊκού, Βαγγέλη Αλυσανδράτου, μίλησε με αφορμή το βιβλίο του Κώστα Τζανιδάκη, «Παγώνει το Άμστερνταμ», για το πώς βίωσε εκείνη τη σπουδαία πορεία μέσα από τα μάτια και τις εμπειρίες του πατέρα του. Τον ευχαριστούμε θερμά για όσα μας είπε, καθώς και για την παραχώρηση των φωτογραφιών, από όμορφες Παναθηναικές στιγμές, 

”Το βιβλίο «Παγώνει το Άμστερνταμ» με ταξίδεψε σε (άλλη) μία από τις ενδοξότερες σελίδες της ευρωπαϊκής ιστορίας του Παναθηναϊκού. Είχα την τύχη να ζήσω και να απολαύσω τη διαδρομή αυτή με κάθε λεπτομέρεια, καθώς ήμουν παρών σε όλους τους εντός έδρας αγώνες: Από τον Αύγουστο του 1995 στο Παναθηναϊκός – Χάιντουκ 0-0 στο άδειο λόγω τιμωρίας ΟΑΚΑ όπου ήμασταν μέσα καμιά διακοσαριά άνθρωποι (ο μπαμπάς Βαγγέλης με «έμπασε» στα δημοσιογραφικά μαζί του), μέχρι τον επαναληπτικό με τον Άγιαξ όπου βρίσκονταν στο γήπεδο καμιά διακοσαριά… χιλιάδες. Σε ό,τι αφορά τα εκτός έδρας παιχνίδια, ο πατέρας μου ήξερε πως είχε να κάνει πάντα τα ίδια συγκεκριμένα πράγματα: Πρώτα να στείλει την ανταπόκρισή του στην Αθλητική Ηχώ, την επόμενη μέρα να γεμίσει μόνος του καμιά δεκαριά σελίδες με σχόλια, παραλειπόμενα κτλ. και, τέλος, να δώσει πλήρη αναφορά αρκετών ωρών σε έναν τρελαμένο γιο ο οποίος ήθελε να μάθει κάθε μα κάθε λεπτομέρεια όσων είχαν λάβει χώρα πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το τέλος του εκάστοτε παιχνιδιού.

Ο πατέρας μου είχε δε ακόμα μία συνήθεια, την οποία ακολουθούσε ευλαβικά: Με έπαιρνε πάντα στο τηλέφωνο στο ημίχρονο κάθε εκτός έδρας ευρωπαϊκής αναμέτρησης, γνωρίζοντας πόσο μου άρεσε να ακούω – όσο τουλάχιστον περνούσε από το ακουστικό – την ατμόσφαιρα του γηπέδου. Με πήρε τηλέφωνο από τη Ριέκα το βράδυ της 23ης Αυγούστου στη ρεβάνς με τη Χάιντουκ και αυτό συνεχίστηκε μέχρι εκείνη τη βραδιά της 3ης Απριλίου στο Άμστερνταμ. Εκεί, βέβαια, υπήρξε και δεύτερο τηλεφώνημα αμέσως μετά το σφύριγμα της λήξης, καθώς ο πατέρας μου ήξερε ότι εκείνη τη στιγμή ήθελα όσο τίποτα άλλο στον κόσμο να βρισκόμουν εκεί μαζί του. Δεν θα ξεχάσω ποτέ ότι στα αφτιά μου έφταναν πεντακάθαρα οι φωνές των οπαδών του Παναθηναϊκού που πανηγύριζαν και τραγουδούσαν με όλη τη δύναμη της ψυχής τους. Δεν θα ξεχάσω, επίσης, τον πατέρα μου να ορκίζεται ότι δίπλα του έβλεπε εκείνη την ώρα απλούς φιλάθλους του «τριφυλλιού» να κλαίνε με λυγμούς, δημοσιογράφους (ονόματα δεν λέμε, υπολήψεις δεν θίγουμε) να χάνουν τις αισθήσεις τους και να σωριάζονται λιπόθυμοι στα θεωρεία, Ολλανδούς οπαδούς να χειροκροτούν ιπποτικά προς τη μεριά της «πράσινης» εξέδρας και πολλά άλλα. Δεν θα ξεχάσω ότι προσπάθησα να σηκωθώ από την καρέκλα μου για να πάω στην Ομόνοια και να πανηγυρίσω με τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά έτρεμαν τα πόδια μου και δεν μπορούσα να κάνω βήμα. Δεν θα ξεχάσω ότι βγήκα την επόμενη μέρα και αγόρασα όλες τις εφημερίδες, προμηθεύτηκα δε τρία (!) φύλλα της «Ηχούς», λες και το ένα φύλλο δεν ήταν αρκετό, λες και τα άλλα φύλλα θα έγραφαν διαφορετικά πράγματα.

Μου φαίνεται σαν ψέμα ότι συμπληρώθηκαν 30 χρόνια από εκείνη τη θεότρελη πορεία, η οποία ξεκίνησε με κενές εξέδρες, συνεχίστηκε με αποκλεισμό ομάδας λόγω… γούνας, αγώνες με χιόνια, πάγο και κοπριές αντί για χορτάρι, μέχρι το δικαίωμα στο όνειρο που κράτησε περίπου δύο εβδομάδες και την ανώμαλη προσγείωση. Επειδή, όμως, η ζωή κάνει κύκλους και τα πράγματα επιστρέφουν κάποια στιγμή στη φυσιολογική τους κατάσταση, δεν είναι απλώς η πεποίθησή μου αλλά βεβαιότητα ότι ο Παναθηναϊκός θα ξαναβρεθεί στη θέση εκείνη. Και δεν θα αρκεστεί απλώς σε έναν ημιτελικό, αυτό το έχει κάνει και το έχει ξανακάνει. Θα πάει στον τελικό, θα σηκώσει την κούπα με τα μεγάλα αφτιά και θα «αναγκάσει» τους Τζανιδάκηδες του μέλλοντος (γιατί όχι και του παρόντος) να καταθέσουν αντίστοιχα συγγραφικά πονήματα, ποτισμένα με καταπράσινους θριάμβους”.

 

Κοινοποίησε το!